Tag Archives: αυτοοργάνωση

Η ΕΡΤ ανήκει στην κοινωνία / και άλλα παιχνίδια με τις λέξεις

Η ΕΡΤ ανήκει στην κοινωνία  / και άλλα παιχνίδια με τις λέξεις

 

Αγαπητέ μου, κύριε δημοσιογράφε

 

   Ξέρω πως οι γραμμές αυτές, σε βρίσκουν σε μια στιγμή θλίψης μα και γιορτής.

   Θλίψης, γιατί ομολογουμένως, δεν μπορώ μήτε να φανταστώ την αίσθηση που αφήνει το να ξυπνάς ένα πρωινό και να σου ανακοινώνουν, με την θρασύτερη φυσικότητα του κόσμου, πως έχεις χάσει τη δουλειά σου. Πως κάποιοι κύριοι θεωρούν ότι τα δέκα, δεκαπέντε χρόνια που μπαινοβγαίνεις στο στούντιο κρίνονται ως αδιάφορα, αμελητέα, πως πρέπει να ξανακάνεις το βιογραφικό σου σαν καλό παιδί και να παρακαλάς να σε προσλάβουν στο επόμενο τους project, που θα είναι πιο αδιάφθορο, δίκαιο, οικονομικό και γαμάτο, λιγότερο εξαρτημένο απ' την εκάστοτε κυβέρνηση και θα έχει ένα όνομα που θυμίζει γιαουρτάκι διαίτης. Και πως θα πρέπει να καθήσεις στ' αυγά σου και να τα δεχτείς αδιαμαρτύρητα όλα τούτα, γιατί με τις επιστρατεύσεις, τις μυνήσεις, τα ΜΑΤ, την ανεργία που καλπάζει και όλα αυτά τα ωραία, δεν σε παίρνει και πολύ να κάνεις τσαμπουκάδες…

   Θλίψης, ναι, μα και γιορτής παράλληλα. Γιατί είναι γιορτή η κάθε στιγμή που οι άνθρωποι στεκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλο, που τα κεφάλια και οι γροθιές υψώνονται, που ξεπερνάμε τους φόβους και την αδράνεια, που συναντιόμαστε στους δρόμους και στις συνελεύσεις, που πληθαίνουμε κάτω απ' τη βροχή, που μοιραζόμαστε αγώνες και επιθυμίες, αρνήσεις, λέξεις και εικόνες.

   Αυτή την εξαιρετική στιγμή λοιπόν, λυπάμαι, προκαταβολικά, που θα την αμαυρώσω με τον κυνισμό μου. Μα μερικά πράγματα, πρέπει να ειπώνονται στην ώρα τους – ούτε πιο πριν, ούτε πιο μετά.

   Μου ζητάς, λοιπόν, αγαπητέ μου δημοσιογράφε, την αλληλεγγύη μου. Εμένα, και ολάκερης της κοινωνίας.

   Εσύ, που, μη γελιόμαστε, ήξερες τόσα χρόνια τι παίζει.

   Ήξερες για τους αγώνες, τις απολύσεις, τους άνεργους, τους άστεγους, τους αυτόχειρες, για όλα αυτά που ξαφνικά έγιναν και δική σου καθημερινότητα. Ήξερες για τους καθηγητές και τους εργαζόμενους στα ΜΜΜ, ήξερες για την Ιερισσό και τη Μανωλάδα, ήξερες για τα κέντρα κράτησης, τις οροθετικές και τις εκκενώσεις των καταλήψεων. Ήξερες για τους παχουλούς μισθούς, την λογοκρισία, τα χρήματα που πηγαινοερχόντουσαν κάτω απ' τα τραπέζια – ίσως μάλιστα να συμμετείχες κι εσύ σε μερικά απ' αυτά. Ίσως πάλι και όχι. Ήξερες για την Κρίση και ήξερες πως τα αφεντικά μας θα πατήσουν επί πτωμάτων προκειμένου να την βγάλουν καθαρή. Ήξερες, μα δεν μοιραζόσουν.

   Έβλεπες, μα δεν έδειχνες.

   Και δεν έμεινες απλά σιωπηλός. Επέβαλλες τη σιωπή, μια σιωπή εκκωφαντική.

   Και τώρα, ξαφνικά, όλοι αυτοί οι κουστουμαρισμένοι που έβγαζες στο πλατό και τα τηλεπαράθυρα, δεν σε έχουν πια ανάγκη. Και άπο εργοδότες, έγιναν εχθροί (ταξική συνείδηση το λένε αυτό – κάλλιο αργά παρά ποτέ). Και η “αστυνομία που κάνει τη δουλειά της” έγινε “οι μπάτσοι που θα μας την πέσουν τα ξημερώματα”. Και “κέντρο ανομίας” έγινε το στούντιο σου. Και όλοι αυτοί που μέχρι πρότινος φώναζαν “αλήτες-ρουφιάνοι-δημοσιογράφοι”, όλοι αυτοί που ως σήμερα περιφρονούσες και λοιδωρούσες, τώρα δα, στη στιγμή της μεγάλης σου ανάγκης, ήρθαν και στάθηκαν δίπλα σου. Που, ναι, είναι κάτι όμορφο. Και ελπιδοφόρο.

   Γιατί δείχνει, πως κάποιοι (όχι όλοι, ίσως, μα σίγουρα περισσότεροι απ' ότι χθες), δεν έχουν καταβροχθίσει αμασητί το δόγμα του “διαιρεί και βασίλευε” και πως συνειδητοποιούν πως η ελευθερία και η ευτυχία του καθενός μας, δεν “σταματάει εκεί που αρχίζει του διπλανού”, μα εξαρτάται από την ελευθερία και την ευτυχία του διπλανού. Πως έχουν, υποσυνείδητα έστω, την εικόνα ενός κόσμου στον οποίο όσοι τώρα παίζουν με τις ζωές μας, δεν έχουν θέση. Περισσεύουν. Αυτοί, και οι αποφάσεις τους, οι νόμοι τους, τα φράγκα τους, τα σκυλιά τους, τα ψέμματα τους. 

   Σαν να λέμε, καλή φάση. Κι εγώ μέσα, πάμε.

   Άλλα με στόχο τι, αγαπητέ μου δημοσιογράφε?

   Για αρχή, να ξαναβρεις τη δουλειά σου. Πράγμα που προφανώς, είναι αυτονόητο και αδιαπραγμάτευτο. Γιατί κάτω απ' όλες τις γαρνιτούρες και τους πολιτικαντισμούς, ο αγώνας σου είναι κάτα βάση ένας αγώνας εργατικός. Ένας αγώνας ταξικός.

   Και πέρα απ' αυτό? Άντε, πες επαναπροσλαμβάνεστε όλοι σας, ανοίγει ξανά η ΕΡΤ και η κυβέρνηση τρέχει να μαζεύει τα σπασμένα. Αυτό ήταν όλο? Τόσος ντόρος για να επιστρέψουμε στα ίδια?

   Εδώ είναι που μου λες, “μα η ΕΡΤ ανήκει στην κοινωνία”. Αν είσαι και λίγο πιο ειλικρινής, θα μου πεις “η ΕΡΤ να ανήκει στην κοινωνία”. Αν πάλι είσαι αισιόδοξος, “η ΕΡΤ θα ανήκει στην κοινωνία”. Και πάει λέγοντας…

   Και εδώ, είναι που το παιχνίδι με τις λέξεις αρχίζει λίγο να βρωμάει. Γιατί η “κοινωνία”, αγαπητέ μου δημοσιογράφε, είναι ένα κατασκεύασμα γενικό και αόριστο, που μπορεί να συμπεριλαμβάνει κάθε καρυδιάς καρύδι. Κοινωνία είναι αυτό που μετράνε οι δημοσκοπήσεις και καλωπίζουν τα κανάλια, κοινωνία είναι και αυτοί που σήμερα πλημμυρίζουν τους δρόμους έξω απ' το στούντιο. Κοινωνία είναι όσοι ψηφίζουν ΝΔ, κοινωνία είναι όσοι ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ, κοινωνία είναι και όσοι είπαν “απαγαμηθείτε όλοι σας” και δεν ψηφίζουν τίποτα. Κοινωνία είναι αυτός που άπλωσε χθες την ομπρέλα του για να σε προστατεύσει απ' τη βροχή, κοινωνία είναι και αυτός που τα παρακολουθεί όλα αυτά άπο μια παραλία. Κοινωνία είναι οι χρυσαυγίτες και το καθαρόαιμο φυλετικό τους όραμα, κοινωνία είναι και όσοι μετανάστες δεν ξέρουν γρι ελληνικά και δεν καταλαβαίνουν τι τους αραδιάζεις τόσο καιρό απ' την οθόνη. Στην τελική, την κοινωνική ειρήνη και την θέληση της κοινωνίας θα επικαλεστεί το κάθε καθίκι για να μας γυρίσει σπίτια μας, τον λαό και την κοινωνία θα επικαλεστείς κι εσύ για να μας ξεκουνήσεις σήμερα από εκεί. Πως θα κρίνουμε ποιά είναι πιο κοινωνία απ' την άλλη? Μήπως να τις μετρήσουμε, να δούμε ποιός την έχει μεγαλύτερη?

   Κοινωνία είναι αυτός που σε στηρίζει, κοινωνία είναι κι αυτός που σε χλευάζει.

   Γι' αυτό σου λέω, αγαπητέ μου δημοσιογράφε, μη μου μιλάς για κοινωνίες. Μήτε για την πολυδιαφημισμένη “δημοκρατία” και “πολυφωνία” και “ελευθερία του λόγου”. Γιατί όλοι αυτοί, οι κυβερνώντες, τα αφεντικά, τα ένοπλα τσιράκια και οι απαθείς, που τώρα τριγυρίζουν το πτώμα της ΕΡΤ σαν τις ύαινες, αύριο μεθαύριο θα ξανάρθουν σε σένα να παρακαλέσουν για μια θέση στο πάνελ ή για ένα τρίλεπτο διαφήμισης, απ' αυτές με τις ευτυχισμένες οικογένειες και την ψευδαίσθηση αφθονίας.

   Πέτα τους στα σκουπίδια, αγαπητέ μου δημοσιογράφε. Αυτούς, και ότι πάει να μας αποκοιμήσει ξανά, ότι προσβάλει την αισθητική και την συνείδηση μας: τις φανταχτερές τους διαφημίσεις, τον τελικό της eurovision, την υψηλή τους κουλτούρα, τους εκπροσώπους τους να σαλιαρίζουν στα τηλεπαράθυρα, τις προκάτ ειδήσεις, την ανύψωση του εθνικού φρονήματος, την αηδία της σόουμπιζ, τα λαμόγια και τους μεγαλοδημοσιογράφους ανάμεσα σου, την προπαγάνδα, την παραπληροφόρηση, το ψέμμα.

   Στα σκουπίδια, όλοι.

   Και ας προσπαθήσεις να δημιουργήσεις εκ νέου, κάτι που να είναι ανοιχτό. Όχι στην “κοινωνία”,  μα στους αγώνες. Κάτι που να ανήκει σε όσους είναι τώρα μαζί σου και σε όσους θα έρθουν να σταθούν αργότερα. Σε όσους πολεμάνε για την αξιοπρέπεια και σε όσους πολεμάνε για την ομορφιά. Σε όσους προσφέρουν αλληλεγγύη και σε όσους την έχουν ανάγκη. Σε όσους καταστρέφουν αυτό τον σάπιο κόσμο και σε όσους οικοδομούν τον επόμενο. Στους εργαζόμενους και τους άνεργους, τους επισφαλείς και τους επιστρατευμένους, τους εξεγερμένους στην Τουρκία, την Αίγυπτο, την Συρία, την Αγγλία, τη Σουηδία, τους έγκλειστους στις φυλακές και τους έγκλειστους στα ψυχιατρεία, τους απεργούς και τους μετανάστες, τους αποκλεισμένους και τους καταπιεσμένους, τους καταληψίες φοιτητές, τους ανυπάκουους μαθητές. Σε εμένα που γράφω αυτές τις γραμμές, σε εσένα που τις δέχεσαι.

   Και μοναχά έτσι, ο αγώνας μας θα συνδεθεί – και μοναχά έτσι, ο αγώνας μας θα έχει νόημα.

 

…μέχρι τη μαγική εκείνη ημέρα, που οι τηλεοράσεις θα αποτελούν πια ένα παρελθόν

και υλικό για οδοφράγματα

και για να μάθω τα νέα σου, θα έρχομαι να σε συναντήσω στην πλατεία

κάτω απ' τον πλάτανο.

 

ert3-programma-tweet

Lost Bodies/Ιλισός

Δευτέρα βράδυ,

στο στέκι στο βιολογικό, λίγο πριν βγουν οι MATE

μεθυσμένοι και χαμένοι ανάμεσα σε φιγούρες

να οραματιζόμαστε πάνω στο project Tlon

και ειπώνεται το κομμάτι αυτό σαν πρόταση

από τον Ο. και τον Β.

περιέργως ταιριαστό με όλα.

 [youtube]https://www.youtube.com/watch?v=CaA7bn3g9L8[/youtube]

 

 

Ήταν εντελώς στ’αρχίδια μου αν αυτό το ποτάμι λεγόταν Ιλισός.

Αυτό που είχε σημασία,

ήταν ότι ήταν το μοναδικό μέρος που μπορούσα να χωθώ

για να ξεφύγω από τους μπάτσους.

Μπήκα από την είσοδο στην Καλλιθέα

και άρχισα να τρέχω

μέσα στο στεγασμένο, τσιμεντωμένο ποτάμι,

ώσπου έτρεχα στο απόλυτο σκοτάδι

χωρίς να βλέπω εντελώς τίποτα πίσω μου,

τίποτα εντελώς μπροστά μου,

ώσπου βρέθηκα με τα μούτρα μέσα στα βρωμόνερα,

τις αποχετεύσεις και τα βιομηχανικά λύματα,

και η γλώσσα μου βούτηξε στα κάτουρα των ποντικιών.

~

Ξαφνικά το άγχος και η αγωνία μου έφυγαν

και αφέθηκα να βυθίζομαι ήρεμα και παράλογα

με το χρώμα του νερού να ξανοίγει γύρω μου,

σε ένα μπλε, μωβ, γαλάζιο,

που εναλλάσσονταν με μια θύελλα από φως,

που δημιουργούσε όγκο, βάθος

και κουρτίνες από φως, σαν τροπική καταιγίδα.

Τότε κατάλαβα ότι κινούμαι με μεγάλη άνεση,

κουνώντας μόνο το κουτσό μου πόδι.

Παρ’όλα αυτά, γλιστρούσα όμορφα.

Βαθιά και μακριά, έβλεπα τα πάντα,

όμως κοντά, ήταν όλα θαμπά, φλουταρισμένα.

Προσπάθησα να ενώσω τα χέρια μου σα γυαλιά,

για να δω καλύτερα.

Σιγά σιγά, άρχισα να ξεχωρίζω τις ραφές από τη μπλούζα της,

που ταξίδευαν το κορμί της σαν ξερολιθιά.

Γύρισε και μου άστραψε ένα χάδι με την ανάποδη του χεριού της,

κι έτσι γύρισα το βλέμμα μου

και κατάλαβα,

ότι όλοι εκεί ήταν σ’έναν άλλο κόσμο απ’αυτόν που ξέραμε.

Εκεί δεν υπήρχε άγχος για τίποτα.

Οι άνθρωποι, δεν χωρίζονταν σε φυλές, σε πλούσιους και φτωχούς,

όλοι αισθάνονταν, χαίρονταν.

Κανείς δεν κατείχε.

Κανείς δεν ήθελε, γιατί είχε.

Είδα όλα τα σπάνια σιντί που έψαχνα, μπροστά μου,

αλλά δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να πάρω ούτε ένα.

~

Ολόγυρα είχε εξαιρετικές ζωγραφιές,

που άλλαζαν συνέχεια, ανάλογα με ποιό τρόπο τις έβλεπες.

Όταν πείναγες, έφτανε να κοιτάξεις δεξιά αριστερά

και είχε τραπέζια με βουνά

από κανελόνια με κιμά σαλτσαρωτά

και σουβλάκια τυλιχτά τριών λογιών:

ένα με πλημμυρισμένο τραγανιστό πικάντικο γύρο,

το άλλο με πανσέτα

και το τρίτο, δεν υπήρχε – ήταν απλώς το τρίτο.

Λίγο πιο κάτω, υπήρχαν ταψιά με μουσταλευριά,

με μπόλικη κανέλα και ένα δάχτυλο καρύδι από πάνω.

Η ηλικία, ήταν αυτή, ή απλά δεν ήταν.

Εκεί δεν υπήρχαν νυστέρια έτοιμα να επιτεθούν στις ρυτίδες,

εκεί δεν υπήρχε καμία απειλή.

Όλα ήταν αλήθεια, κι όλα ήταν ψέμα.

Σαν κοίταζες μέσα στα μεγάλα κομμάτια από κεχριμπάρι

αναγνώριζες αγαπητά πρόσωπα που ήταν έτοιμα να συζητήσουν μαζί σου.

Το άλσος,

το νερό,

το νερό…

και η μουσική.

Που εκεί τη μετέφερε ο ένας στον άλλο, με ένα άγγιγμα και ένα βλέμμα.

Αυτό ήταν και το μόνο που έφερα πίσω μαζί μου,

τη μουσική.

Για να με πιστέψετε,

αλλά για να δείτε κι εσείς τη μαγεία και την πληρότητα

που ζούσαν εκεί.

Και φυσικά για να με πιστέψετε.

Πως θα μάθετε με απόλυτη ακρίβεια πόσο ακριβώς κόσμο είχε μια πορεία…

Ένα ερώτημα που μας ταλανίζει όλους όσους μένουμε επαρχία και αποζητούμε μια αντικειμενική ενημέρωση.

Το blog Flaneur, σας προσφέρει μια αλάνθαστη μέθοδο σε μόλις τέσσερα απλά βήματα:

 

1. Πάρτε τον αριθμό από ένα καθεστωτικό blog ή site που ενημερώνεται από το αστυνομικό δελτίο.

π.χ.

το news 247, ας πούμε, μας πληροφορεί πως η πρωινή πορεία στις 6/12/2011 στην αθήνα είχε 2500 άτομα.

2. Για την ίδια ακριβώς πορεία, πάρτε τον αριθμό από το indymedia.

π.χ.

το indymedia, για την ίδια ακριβώς πορεία υπολογίζει γύρω στους 6000

 

3. Προσθέστε τους δυο αριθμούς.

(στην προκειμένη, έχουμε 2.500+6000 = 8.500 άτομα)

 

4.Διαιρέστε δια του δύο!

συμβουλή: αν σας δυσκολεύουν οι αριθμοί, μπορείτε να χρησιμοποιείσετε το calculator του υπολογιστή ή του κινητού σας

(8.500/2 = 4,250 άτομα κατά προσέγγιση)

Με τον παραπάνω τρόπο, έχετε στα χέρια σας έναν αριθμό που πλησιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο στον πραγματικό!

 

 

 

Στιγμές στην πόλη, μέρος 2

Στιγμές στην πόλη εκτός πόλης

…Πολιτικά στιγμιότυπα προσωρινής φυγής!

Δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις.

Ναι, ξέρουμε πόσο ψεύτικη, πόσο επιφανειακή, πόσο επίπλαστη και προσωρινή είναι η καθημερινότητα που βιώνουμε σε καταστάσεις φυγής απ’ την κανονικότητα: στις διακοπές μας. Τόσοι μήνες άγχους και αλλοτρίωσης έχουν συσσωρευτεί μέσα μας σαν καρκίνος, χαμένοι σε ένα μονότονο και μονόδρομο λαβύρινθο εργασίας, εξεταστικής και στιγμιαίας ανάπαυλας. Και, σαν έρθει εκείνη η στιγμή που βαδίζουμε σε έναν ξένο τόπο, περιτριγυρισμένοι από νέα πρόσωπα, δίχως τον χρόνο να κρέμεται βασανιστικά πάνω απ’ τα κεφάλια μας, νιώθουμε προσωρινά την απελευθέρωση. Αδειάζουμε.

Αλλάζουμε. Για μια στιγμή μονάχα, μέσα στον κύκλο της μίζερης ζωής μας. Γιατί η ρουτίνα μας περιμένει καρτερικά, μοναχά ένα – δύο μήνες μακριά.

Μα τι θέλει επιτέλους να πει ο ποιητής μ’ αυτό τον ατελείωτο μονόλογο του?

Αυτό, μονάχα: πως οι παρακάτω στιγμές, αναγνωρίζουμε πως είναι γέννημα των συνθηκών τους και τίποτα παραπάνω. Μα, τις κρατάμε βαθιά μέσα μας, γιατί ελπίζουμε πως θα έρθει η ώρα που όλα αυτά θα αποτελέσουν την ζύμη για την γέννηση μιας νέας υλικής και συνειδησιακής πραγματικότητας.

Θυμάμαι εκείνο το μεσημέρι στο ελεύθερο κάμπινγκ. Πως οι γύρω σκηνές μαζεύτηκαν γύρω μας καθώς το μαγείρεμα τελείωνε. Να τσιμπήσουν κι αυτοί ένα κομμάτι. Γιατί όλα μοιράζονται. Το φαγητό. Τα ξύδια. Τα βιβλία για το μεσημεριανό διάβασμα. Το χαρτί υγείας. Τα τσιγάρα.

Όταν το ζεις, συνειδητοποιείς πόσο ψευδαίσθηση είναι τελικά η αίσθηση της ιδιοκτησίας. Και πόσο μαγική και ανθρώπινη αυτή της κοινότητας.

Θυμάμαι τις καλημέρες. “Καλημέρα”, σου έλεγαν πρόσωπα άγνωστα μα χαμογελαστά. Όχι επιτειδευμένα. Γαλήνια. Φιλικά.

Καλημέρα”, αποκρινόσουν κι εσύ.

Κάθησε”, σου λέγαν. Και καθόσουν. Σε κύκλο, πάντα.

Θυμάμαι πόσο καθαρό ήταν το κάμπινγκ μας. Και δεν είχε καθαρίστριες. Μονάχα έναν βαριεστημένο τύπο που έπλενε τις χέστρες κάθε πρωί. Μα ο κόσμος, ενστικτωδώς, φρόντιζε τον τόπο γύρω του. Απλές καθημερινές κινήσεις. Να μαζέψεις τα σκουπίδια σου. Να πετάξεις τη σακούλα. Να μην ρίχνεις κάτω το τσιγάρο. Κινήσεις που εδώ, στην a priori μολυσμένη μητρόπολη κανείς μας δεν κάνει τόσο αυθόρμητα. Γιατί νιώθουμε βαθιά μέσα μας πως αυτός ο χώρος και αυτός ο χρόνος δεν είναι δικοί μας. Και δεν έχουμε καμία υποχρέωση να τους διατηρήσουμε “καθαρούς”.

Θυμάμαι εκείνη την αστεία συνέλευση στην πλατεία. Άπο κάπου είχε πέσει σύρμα ότι θα σκάσουν οι μπάτσοι να μαζέψουν τους κατασκηνωτές. Και κόσμος απ’ όλο το νησί είχε συγκεντρωθεί για να οργανώσει την άμυνα του. Μερικοί γνωριζόμασταν απ’ τις πόλεις μας. Εδώ, δεν μιλιόμαστε. Ίσως και να μισούμε λίγο ο ένας τον άλλο. Μα εκεί, στεκόμασταν δίπλα δίπλα και ετοιμάζαμε γεμάτοι ενθουσιασμό το σχέδιο δράσης. Αν έρθουν εδώ, θα κάνουμε τούτο. Αν κάνουν εκείνο, θα πάμε από εκεί. Να κλείσουμε τους δρόμους. Να ανταλλάξουμε κινητά. Να ειδοποιήσουμε κι άλλο κόσμο. Να είμαστε μαζί.

Θυμάμαι – πως να τα ξεχάσω – τα ωτοστόπ. Ποτέ δεν χρειάστηκε να περπατήσουμε πάνω από πέντε λεπτά. Εκτός κι αν ήθελες να ηρεμήσεις, να απολαύσεις την σιωπή και τα άστρα. (ναι, θυμάμαι και τα άστρα. μονάχα όταν τα βλέπεις συνειδητοποιείς πόσο σου λείπουν). Δεν σήκωνες το χέρι, απλά σταματούσαν δίπλα σου και άνοιγαν την πόρτα. “Πόσοι είστε?” “Πόσους χωράτε?” “Που πάτε?”. Όλοι στο κόλπο. Μικροί και μεγάλοι. Μεθυσμένοι και νηφάλιοι. Ντόπιοι και τουρίστες.

Θυμάμαι εκείνο το βράδυ που πήγαμε να κάνουμε μπάνιο στις ντουζιέρες δίπλα απ’ τη σκηνή μας. Στο δημοτικό κάμπινγκ, όχι στο “ελεύθερο”. Εκεί όπου οι άνθρωποι κουβαλάνε κάτι λίγο απ’ την πόλη μαζί τους. Στερεοφωνικά. Φορτιστές. Τζανκ φουντ. Λογικές. Και βρήκαμε μια ντουζίνα γυμνά σώματα. Με απλότητα και γλυκύτητα. Όχι, δεν είναι επαναστατικό το γυμνό, εδώ και πολλές δεκαετίες. Μα συνεχίζει να είναι όμορφο και ελεύθερο. Ειδικά όταν το συναντάς εκεί που δεν το περιμένεις. Νομίζω πως δεν έχω ζήσει ποτέ τόσο κοντά και άνετα στο σώμα μου και στα σώματα άλλων άπο εκείνες τις μέρες.

Θυμάμαι εκείνο το πρωινό που μας έφερε ο Μπόμπ να φάμε “ψαράκι”. Τρέχα γύρευε που το ξετρύπωσε στις 9 τα ξημερώματα.

Θυμάμαι εκείνα τα παιδιά με τις κιθάρες στην πλατεία, να παίζουν “μάγκες πιάστε τα γιοφύρια, μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια” όταν έσκασε το περιπολικό να μας ζητήσει να κάνουμε ησυχία.

Θυμάμαι πολλά και διάφορα. Και λυπάμαι.

Λυπάμαι που επιστρέψαμε όλοι μας στην κανονικότητα. Και που χρειάστηκε να εκφέρουμε το χυδαίο “τα ξαναλέμε του χρόνου”. Και που, για τους περισσότερους με τους οποίους μοιράστηκα όλα τούτα, ήταν απλά μια προσωρινή κατάσταση, και όχι κάτι για το οποίο αξίζει να παλέψεις για να γίνει η καθημερινότητα σου.

…από το “Επιεικώς Φλέγον”, τεύχος 2

εικόνες δανεισμένες από προηγούμενα posts

 

Which side are you on

Florence Reese: Κόρη και σύζυγος ανθρακώρυχων. Κατά τη διάρκεια της βίαιης απεργίας του 1931, στο Harlan County του Kentucky, εισβάλλουν στο σπίτι της οικογένειας της αναζητώντας τον άντρα της, μέλος της United Mine Workers. Ο Sam Reese, είχε ειδοποιηθεί και κατάφερε να διαφύγει, αλλά άφησε στη θέση του την Florence και τα τρομοκρατημένα παιδιά τους. Την ίδια νύχτα, μετά την έρευνα στο σπίτι της, η Florence γράφει τους στίχους του “Which side are you on” στις σελίδες του ημερολογίου που κρέμοταν στον τοίχο του σπιτιού τους, χρησιμοποιώντας την μελωδία ενός παραδοσιακού θρησκευτικού ύμνου.

 

[youtube]http://www.youtube.com/watch?v=TfWzLa1faLA[/youtube]

 

Come all you good workers
Good news to you I’ll tell
Of how the good old union
Has come in here to dwell

Which side are you on boys?
Which side are you on?

My daddy was a miner
He’s now in the air and sun
He’ll be with you fellow workers
Until the battle’s won

Which side are you on boys?
Which side are you on?

They say in Harlan County
There are no neutrals there
You’ll either be a union man
Or a thug for J. H. Claire

Which side are you on boys?
Which side are you on?

Oh workers can you stand it?
Oh tell me how you can
Will you be a lousy scab
Or will you be a man?

Which side are you on boys?
Which side are you on?

Don’t scab for the bosses
Don’t listen to their lies
Poor folks ain’t got a chance
Unless they organize

Which side are you on boys?
Which side are you on?

Prokat Zero prt.2

“Ένα χρόνο πριν, οι καταλήψεις στα λυόμενα της καλών τεχνών κατεδαφίστηκαν με απόφαση της πρυτανείας και με τη συμβολή εισαγγελέα και ΜΑΤ. Ένα χρόνο μετά, άτομα που κινούμασταν σε εκείνους τους χώρους βρεθήκαμε για την πραγμάτωση ενός αυτοοργανωμένου διημέρου στο χώρο αυτό. Το πιο σημαντικό δεν είναι τα κτίρια, αλλά τα άτομα και οι ιδέες που τα αποτελούν.

Θα μας βρίσκουν πάντα μπροστά τους – Οι καταλήψεις θα μείνουν!

Dead Notes / Φρικιά του Αμίαντου

 

Κυριακή 10 04 11

 

Άπο τις 16:00

Collective Graffiti – Χαριστικό Παζάρι

Από τις 19:00 Live

13.7 Billion Years Ago [post rock / Θεσ/νίκη]

Meanwhile in Mexico [Surf / Θεσ/νίκη]

Black Trinity [Black Metal / Θεσ/νίκη]

Go Filth Go [D-Beat / Θεσ/νίκη]

Chupa Kavlas [Punk Rock / Θεσ/νίκη]

JB [Stonner Rock – Θεσ/νίκη]

+Bands

Prokat Zero prt.1

“Ένα χρόνο πριν, οι καταλήψεις στα λυόμενα της καλών τεχνών κατεδαφίστηκαν με απόφαση της πρυτανείας και με τη συμβολή εισαγγελέα και ΜΑΤ. Ένα χρόνο μετά, άτομα που κινούμασταν σε εκείνους τους χώρους βρεθήκαμε για την πραγμάτωση ενός αυτοοργανωμένου διημέρου στο χώρο αυτό. Το πιο σημαντικό δεν είναι τα κτίρια, αλλά τα άτομα και οι ιδέες που τα αποτελούν.

Θα μας βρίσκουν πάντα μπροστά τους – Οι καταλήψεις θα μείνουν!

Dead Notes / Φρικιά του Αμίαντου

 

Σάββατο 09 04 11

Άπο τις 16:00

Εικαστικές παρεμβάσεις, ψειριστικό πικ – νικ

Από τις 20:00 Hip Hop Live

Leleprox [Dubstep, DnB, Jungle, 100% Original vinyl mix / Italy]

Cuba Cabbal [20 Years underground rapper / Italy]

Ήρωας και Κίμωνας [Καβάλα]

Fee (ΔΙΑ) [Αθήνα]

Κ.Π.Ρ. [Ξάνθη]

Κοινός θνητός ’06 [Θεσ/νίκη]

Από τις 03:00 Tekno Party

Sonik Fist [Θεσ/νίκη]

Συζήτηση με θέμα “Η αυτοδιαχειριζόμενη Καλών Τεχνών στην Αθήνα και το αυτο-πείραμα”

Συζήτηση με θέμα “Η αυτοδιαχειριζόμενη Καλών Τεχνών στην Αθήνα και το αυτο-πείραμα”

στον 3ο όροφο της Κατάληψης Τμήματος Θεάτρου, εγνατίας 122

Πέμπτη 25/11, στις 21:00